Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Το ταβερνάκι



Το λεωφορείο έκανε στάση έξω απ' το Κάστρο. Κοίταξα αριστερά πάνω στο λόφο. Μια σκουριασμένη πινακίδα έγραφε ακόμα "Ταβέρνα το καραούλι".
Βράδιαζε. Αρχές καλοκαιριού. Για βόρεια Ελλάδα από Λιβαδειά μόνο τραίνο. Η άλλη λύση το Κάστρο. Προθυμοποιήθηκα να σε πάω. Δεν ήξερα το δρόμο και είπα καλύτερα να έχουμε χρόνο μπροστά μας. Φτάσαμε νωρίς. Μοσχοβολούσαν τα σπάρτα στην άκρη του δρόμου. Πείνασες. Το ταξίδι μεγάλο. Δοκιμάσαμε να ανεβούμε στο "Καραούλι". Βρήκαμε μια παλιά τσιμεντένια σκάλα στη βάση του λόφου. Σκοτεινή κι επικίνδυνη. "Τι στο καλό, ούτε ένα κάγκελο;" είπες. Με τον αναπτήρα φέγγαμε. Στην κορυφή σταθήκαμε και πήραμε βαθιές ανάσες. Καθίσαμε στην ταβέρνα. Είχε οδικώς πρόσβαση από την άλλη πλευρά, μας είπαν. "Μα πού τη βρήκατε αυτή την αρχαία σκάλα;" Μία ώρα μέχρι να έρθει το λεωφορείο. Φυσούσε ένα προμήνυμα καλοκαιριού. Το πλαστικό τραπεζομάντιλο χόρευε φουρφουρίζοντας. Τα φώτα της ταβέρνας χαμηλωμένα. Ήμασταν οι μόνοι πελάτες. Η σερβιτόρα προσηνής και ευγενέστατη. Κοιτούσαμε πότε ο ένας τον άλλον και πότε τα φώτα των αυτοκινήτων στην εθνική οδό που έτρεχαν βιαστικά σαν τα χρόνια μας. Ξαφνικά ένιωσα ότι κάπου αλλού βρισκόμασταν την ώρα εκείνη. Σε άλλους καιρούς και εποχές. Σαν κάποιος να σκηνοθέτησε ένα όνειρο. Σαν να πρωταγωνιστούσαμε σε ασπρόμαυρη ελληνική ταινία. Σε λίγο θα εμφανίζονταν οι δύο τύποι με την κιθάρα και το ακορντεόν και θα μας τραγουδούσαν το "Άστο το χεράκι σου". Δάκρυσα.
"Γιατί είσαι θλιμμένος;" με ρώτησες
"Για την ομορφιά" είπα.
Μπήκες στο λεωφορείο και με χαιρέτησες από το παράθυρο. Ο οδηγός ξεκίνησε κι άφησε πίσω τη νύχτα κι ένα παγωμένο ρεύμα αέρα που μύριζε καπνιά.
Αλέξανδρος Βαναργιώτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου