Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Οι επιλογές


Ένιωθε να πνίγεται. Γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στην αθλιότητα. Ανθρώπινος συνωστισμός σε μικρά απρόσωπα διαμερίσματα. Τα περισσότερα τα χρωστούσαν στο κράτος. Καμιά ουσιαστική αλλαγή ή ποικιλία. Ακόμη και η ζωή στο κέντρο έμοιαζε με επανάληψη. Πού και που μόνο στο ένα από τα δύο χοντρά σκοινιά που κατέβαιναν ανεξήγητα από τον ουρανό, -για ένα διάστημα η ανερμήνευτη παρουσία τους έγινε αντικείμενο για φιλοσοφικές και πολιτικές συζητήσεις, ξεχάστηκαν όμως μετά μέσα στη μονοτονία της πόλης. Έγιναν κι αυτά μια συνήθεια- έβρισκαν κρεμασμένο κανέναν απελπισμένο. Τον κατέβαζαν και τον παρέδιδαν στις αρχές και μετά στο γραφείο που θα μεριμνούσε για την ταφή του. Πολλές φορές τον είχε απασχολήσει το φρικτό τέλος εκείνων των ανθρώπων. Πήγαινε να τρυπώσει στο μυαλό του ότι γι’ αυτόν τον λόγο κατέβαιναν εκείνα τα σκοινιά από τον ουρανό. Δεν έβρισκε άλλη λογική εξήγηση. Έτεινε να πιστεύει μάλιστα ότι όλοι, ο ένας μετά τον άλλο, θα έπρεπε να τυλίξουν μια θηλιά γύρω από το λαιμό τους. Και πρώτα πρώτα οι άρχοντες. Θα είχε γλιτώσει τότε η πόλη από τη μιζέρια.
Εκείνη τη μέρα ξύπνησε πρωί με τέτοιες σκέψεις. Κατευθύνθηκε στο κέντρο της πόλης στο σημείο εκείνο που κατέβαιναν τα δύο σκοινιά. Πήρε το ένα και το τύλιξε γύρω από τον λαιμό του. Δεν του άρεσε καθόλου η υφή. Ένα σκληρό κατασκονισμένο και βρόμικο σκοινί ήταν. Μετά έδεσε τα δύο σκοινιά μαζί και έφτιαξε μια κούνια. Κάθισε πάνω κι άρχισε να λικνίζεται. Καλύτερα έτσι σκέφτηκε. Χαλάρωσε. Και ξαφνικά έλαμψε μέσα του η ιδέα. Άρπαξε το ένα σκοινί κι άρχισε να σκαρφαλώνει. Ανέβαινε για ώρες. Κάποια στιγμή καταϊδρωμένος, κουρασμένος, αλλά και εκστασιασμένος από τον ίλιγγο του ύψους διέκρινε την άκρη του παραδείσου.
ΑΒ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου