Κατέβαινα συχνά στην παραλία, με το καλάμι μου, ένα καλάθι και το δόλωμα. Ψαράδες πολλοί, κουβέντα, ραδιοφωνάκια. Περνούσαν ευχάριστα τα απογεύματα. Έπιανα πού και πού και κανένα ψάρι. Την αγαπούσα τη θάλασσα, αγαπούσα και την περιπέτεια. Και το ψάρεμα με απίκο είναι πολύ συναρπαστικό. Η αδρεναλίνη γεμίζει το κορμί απ' άκρη σ' άκρη. Τον τελευταίο χρόνο όμως ένιωθα βαριά μοναξιά. Ήταν η μητέρα που έφυγε, ήταν και οι μηχανότρατες που ρήμαξαν τον βυθό. Άρχισαν να γκρινιάζουν οι ψαράδες, έψαχναν να βρουν το γρουσούζη ανάμεσά τους, μετά ένας ένας αναζήτησαν άλλους ψαρότοπους. Στο τέλος απέμεινα μόνος στην έρημη παραλία. Δεν υπήρχε άνθρωπος να πεις μια καλησπέρα. Καμιά φορά μιλούσα στο πέλαγος, αλλά εκείνο συνήθως απαντούσε αδιάφορα με κείνον τον μονότονο φλοίσβο του κύματος. Κι έτσι σταμάτησα οριστικά το ψάρεμα.
ΑΒ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου