Αναγκάστηκε να επιστρέψει στην πόλη με την αρρώστια της μητέρας. Δεν την είχε αγαπήσει ποτέ. Μια μικρή πόλη ανάμεσα στα βουνά. Κάτω από ένα ρολόι. Ένας λάκκος λεόντων, ένα φρέαρ σκοτεινό και υγρό, Στην αρχαιότητα υπήρχε μαντείο. Κατέβαζαν αυτούς που ήθελαν χρησμό σε έναν σκοτεινό υπόγειο δωμάτιο όπου άκουγαν φωνές από τον κάτω κόσμο. Κάποιοι έβγαιναν από εκεί σαλεμένοι. Σε ανασκαφές σε κοντινό λόφο βρέθηκε αρχαίος βωμός για ανθρωποθυσίες. Τι ομοιότητα. Οι σύγχρονοι κάτοικοί της ήταν έτοιμοι να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλο για ασήμαντη αφορμή. Γερασμένη πόλη. Μύριζε θάνατο. Συχνά ανακατευόταν ο ήχος του ρολογιού με την καμπάνα της εκκλησίας που χτυπούσε αργά και ρυθμικά σε κάθε εξόδιο ακολουθία. Αν σκαρφάλωνες στον λόφο άκουγες το βουητό της ανακατεμένο με τα νερά του ποταμού σαν βογγητό, σαν επιθανάτιο ρόγχο. Όταν έφυγε η μητέρα, που πέρασε τη ζωή της χωρίς ούτε έναν αισιόδοξο χρησμό, κλείδωσε, πέταξε το κλειδί στο ποτάμι κι άφησε την πόλη πίσω του για πάντα.
ΑΒ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου