Ξάπλωσε στον κοιτώνα χαρούμενος. Οι άλλοι γύρω του
είχαν αποκοιμηθεί αποκαμωμένοι. Μερικοί ροχάλιζαν άσχημα και κάποιοι
μουρμούριζαν όλο παράπονο. Τα είχε συνηθίσει αυτά. Δεν ήταν η αιτία που
δεν κοιμόταν. Σκεφτόταν το περιστατικό το απόγευμα κι ένιωθε μια
παράξενη χαρά που τον τριβέλιζε και δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Όταν ο
επιστάτης και οι φύλακες έφεραν ξερό ψωμί αντί για δείπνο. Τόσο ξερό που
κάποιες στιγμές χρειάστηκε σφυρί για να σπάσουν τα καρβέλια σε
κομμάτια. Στην αρχή ακούστηκε ένα
μουρμουρητό σαν διαμαρτυρία. Μετά ο επιστάτης ούρλιαξε γεμάτος θυμό.
"Σας δίνουμε γεύμα πολυτελείας και αρνείστε να φάτε; Σας θυμίζω πως
χιλιάδες καθημερινά πεθαίνουν από την πείνα. Εσείς έχετε και δουλειά και
τροφή. Ντροπή σας!" Οι φύλακες άφησαν το ψωμί στα καλάθια και
απομακρύνθηκαν τόσο όσο για να παρακολουθούν το πλήθος. Μερικοί εργάτες
πλησίασαν. Ένας ψιθύρισε "λίγο νερό τουλάχιστον για να μαλακώσει", αλλά
δεν πήρε απάντηση. Δύσκολο να το φάει κανείς. Το ψωμί ήταν σαν πέτρα.
Κάποιος το δάγκωσε και έσπασε ένα δόντι. Ενός άλλου μάτωσαν τα χείλια,
ενώ ένας τρίτος πνίγηκε και βήχοντας έφτυσε τη μπουκιά μακριά. Τότε
εκείνος διάλεξε ένα μικρό κομμάτι, το έβαλε στο στόμα και το κατάπιε
αμάσητο. Σαν αχινό το ένιωσε στο λαιμό του να κατεβαίνει. Πήγε να βήξει,
σφίχτηκε, δάκρυσαν τα μάτια του, αλλά στο τέλος το κατάπιε. Μετά μια
περηφάνεια υψώθηκε μέσα του. Ειδικά όταν ο επιστάτης φώναξε "μπράβο,
αγόρι μου" και ένευσε με συγκατάβαση. Αισθάνθηκε αμέσως το φθόνο των
άλλων που προσπάθησαν και δεν τα κατάφεραν. Τον φόβιζε μόνο μήπως, για
να δείξει την υπεροχή του, θα έπρεπε να φάει και δεύτερο κομμάτι. Η τύχη
όμως ήταν με το μέρος του. Ήχησε η σειρήνα για να μαζευτούν στους
θαλάμους. Ακολούθησε μόνος το πλήθος προς τον κοιτώνα. Πλύθηκε γρήγορα
σε έναν τενεκέ με νερό και ξάπλωσε. Σε λίγο σκοτείνιασε. Έμενε με τα
μάτια ανοιχτά να απολαμβάνει την παράξενη έξαψη που αισθανόταν. Δεν τον
ενδιέφερε ο ύπνος. Μόλις αποφάσιζε να κλείσει τα μάτια, θα κοιμόταν
αμέσως. Ήταν καιρός που κοιμόταν σαν κούτσουρο. Εφιαλτικά όνειρα με
λιβάδια και θάλασσες είχε σταματήσει να βλέπει. Βυθιζόταν σαν νεκρός σε
ένα νηφάλιο τίποτα και χανόταν.
Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου